Tsantilis Gallery

 

ΤΟ NEWLETTER ΜΑΣ

 

 

Tsantilis Gallery

 


Art Stories - Blog


Η Μεγάλη Κυπριακή Δημοπρασία του Παραλόγου: όταν η τέχνη έγινε πανηγύρι, η άγνοια έγινε ειδίκευση

Υπάρχουν χώρες που δημιουργούν σχολές τέχνης. Υπάρχουν χώρες που δημιουργούν μουσεία, αρχεία, ερευνητικά κέντρα και σοβαρούς θεσμούς. Και υπάρχει και η Κύπρος της τελευταίας περιόδου, όπου φαίνεται ότι δημιουργήσαμε κάτι μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία: τη βιομηχανία της καλλιτεχνικής αυτοπεποίθησης χωρίς καλλιτεχνική γνώση.

Η κυπριακή αγορά τέχνης έχει εξελιχθεί σε μια θεατρική παράσταση όπου όλοι παίζουν ρόλους. Ο ένας παριστάνει τον γκαλερίστα, ο άλλος τον επιμελητή, ο τρίτος τον ειδικό, ο τέταρτος τον επενδυτή τέχνης. Το μόνο που λείπει είναι η γνώση της ίδιας της τέχνης.

Τα τελευταία χρόνια ξεφύτρωσαν γκαλερί σαν μανιτάρια μετά τη βροχή. Όχι απαραίτητα χώροι πολιτισμού, αλλά συχνά χώροι εμπορικής δραστηριότητας με έναν πίνακα στον τοίχο και μια μεγάλη δόση αυτοπεποίθησης. Η λέξη «gallery» έγινε περίπου όπως η λέξη «boutique»: αρκεί να την τοποθετήσεις στην ταμπέλα και ξαφνικά αποκτάς κύρος.

Η νέα κυπριακή σχολή είναι η σχολή της «παντογνωσίας». Άνθρωποι χωρίς σπουδές ιστορίας τέχνης, χωρίς εμπειρία σε διεθνείς αγορές, χωρίς γνώση τεχνικών εξέτασης έργων, αποφασίζουν για αυθεντικότητες, αξίες και καλλιτεχνικές ποιότητες. Η αγορά απέκτησε μια νέα αριστοκρατία: την αριστοκρατία της άγνοιας.

Και τότε εμφανίζεται το μεγάλο κυπριακό θαύμα: ο άνθρωπος που χθες πουλούσε κάτι άλλο, σήμερα εμφανίζεται ως μεγάλος γνώστης τέχνης. Από το εμπόριο άλλων προϊόντων, από επαγγέλματα άσχετα με την τέχνη, από χώρους χωρίς καμία σχέση με την αισθητική παιδεία, κάποιοι μεταμορφώθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια σε «ειδικούς» που κρίνουν δημιουργούς, τιμολογούν έργα και οργανώνουν δημοπρασίες.

Η τέχνη όμως δεν είναι αλλαγή επαγγελματικής ταμπέλας. Δεν γίνεται κάποιος ιστορικός τέχνης επειδή κρέμασε δέκα πίνακες σε έναν τοίχο. Δεν γίνεται ειδικός επειδή έμαθε τα ονόματα μερικών διάσημων ζωγράφων. Και ασφαλώς δεν γίνεται θεματοφύλακας του πολιτισμού επειδή διαθέτει πελατολόγιο.

Το μεγαλύτερο δράμα είναι η υπόθεση της αυθεντικότητας.

Η Κύπρος διαθέτει μια σπουδαία εικαστική παράδοση. Ο Τηλέμαχος Κάνθος, ο Αδαμάντιος Διαμαντής, ο Γεώργιος Πολ. Γεωργίου, ο Χριστόφορος Σάββα, ο Ιωάννης Κισσονέργης, ο Βίκτωρ Ιωαννίδης και άλλοι δημιουργοί αποτελούν τον πραγματικό κορμό της κυπριακής τέχνης.

Ακριβώς όμως επειδή το έργο τους έχει αξία, γίνεται στόχος μιας αγοράς όπου η ζήτηση συχνά προηγείται της γνώσης. Όσο μεγαλώνει η εμπορική επιθυμία, τόσο μεγαλώνει και η ανάγκη για σοβαρό έλεγχο, τεκμηρίωση και επιστημονική προσέγγιση.

Δίπλα σε αυτά προστίθεται και το φαινόμενο των μεγάλων ελληνικών ονομάτων: Φασιανός, Μυταράς και άλλοι σημαντικοί δημιουργοί που έχουν αποκτήσει μεγάλη αναγνωρισιμότητα. Όταν η αγορά ενδιαφέρεται περισσότερο για το όνομα παρά για την ουσία, ανοίγει ο δρόμος για απομιμήσεις, κακέκτυπα και έργα αμφίβολης ποιότητας.

Και εδώ αρχίζει η μεγάλη κυπριακή κωμωδία.

Οι δημοπρασίες πολλαπλασιάστηκαν. Οι αίθουσες γέμισαν. Οι κατάλογοι έγιναν πιο γυαλιστεροί. Οι φωτογραφίες πιο εντυπωσιακές. Οι περιγραφές πιο μεγαλοπρεπείς.

Μερικές φορές όμως η πραγματική ερώτηση δεν είναι «πόσο κοστίζει το έργο;».

Η πραγματική ερώτηση είναι:

«Ποιος αποφάσισε ότι αυτό είναι έργο τέχνης;»

Γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις η δημοπρασία μοιάζει περισσότερο με θεατρική επιθεώρηση παρά με σοβαρό γεγονός τέχνης. Ένας πίνακας μέτριας αισθητικής παρουσιάζεται ως «επένδυση». Ένας άγνωστος δημιουργός εμφανίζεται ξαφνικά ως «νέα δύναμη». Ένα διακοσμητικό αντικείμενο μεταμορφώνεται σε «σύγχρονη εικαστική πρόταση».

Και το κοινό παρακολουθεί την παράσταση.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο ιδιώτες συλλέκτες. Αφορά την ευρύτερη πολιτιστική μνήμη. Δημόσιες συλλογές, ιδιωτικά ιδρύματα, εταιρικές συλλογές και οργανισμοί που θα έπρεπε να λειτουργούν ως παράδειγμα ποιότητας χρειάζονται συνεχή επιστημονικό έλεγχο, τεκμηρίωση και επανεξέταση.

Γιατί μια συλλογή δεν γίνεται σημαντική επειδή έχει πολλά έργα. Γίνεται σημαντική επειδή έχει σωστά έργα.

Μπορεί κάποιος να έχει εκατοντάδες πίνακες και να έχει απλώς μια μεγάλη αποθήκη αντικειμένων. Η ποσότητα δεν δημιουργεί πολιτισμό. Η γνώση δημιουργεί πολιτισμό.

Η κυπριακή αγορά τέχνης χρειάζεται επιτέλους μια επανάσταση σοβαρότητας. Χρειάζεται λιγότερα μεγάλα λόγια και περισσότερη επιστημονική εργασία. Χρειάζεται ανθρώπους που να γνωρίζουν πριν μιλήσουν, να ελέγχουν πριν πουλήσουν και να σέβονται πριν κερδίσουν.

Διότι σήμερα κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε το μοναδικό μουσείο στον κόσμο όπου το μεγαλύτερο έκθεμα δεν θα είναι οι πίνακες.

Θα είναι η άγνοια.

Και αυτή, δυστυχώς, δεν χρειάζεται κορνίζα.

Andrew Themistokleous

Art Historian 

 

Bruxelles 

Επιστροφή στο Art Stories - Blog

Επικοινωνία

Μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας